Ξύπνησες νωρίς
Άνοιξες καλά τα
μάτια
Τέντωσες τα χέρια
Πήρες βαθιά ανάσα
Έβαλες το πιο
όμορφο σου φόρεμα
Στόλισες τα μαλιά
σου
Και άνοιξες τη
πόρτα.
Όλα είχαν μείνει
κλειστά για πολύ καιρό.
Τόσος ήλιος και
δεν είχες αρπάξει ούτε μια αχτίδα.
Δεν ήξερες αν οι λέξεις είχαν ακόμα την ίδια έννοια,
ούτε αν οι
άνθρωποι χόρευαν τα ίδια τραγούδια.
Μα σου είχαν
λείψει όλα.
Και έβγαινες για
να τα ψάξεις.
Τόσο καιρό
κλεισμένη στο σκοτάδι που σου είχαν ορίσει
έμοιαζες με
πορσελάνινη κούκλα.
Τα πρώτα βήματα
δύσκολα.
Ένα μπρος και ένα
πίσω.
Ήταν η
πρώτα φορά που περπατούσες μόνη.
Όταν μετά από
μέρες έφτασες στην αγορά
Δεν θυμόσουν πως
χαιρετούν.
Έβγαλες μια
άναρθρη κραυγή
Το πιο μεγάλο
γεια που άκουσε ποτέ ο κόσμος.
Δεν το είχες
καταλάβει
μέχρι που βρέθηκε
μπροστά σου ένα καθρέφτης,
πως όσο προχωρούσες
η σχεδόν διάφανη
μορφή σου
είχε γεμίσει χρώματα.
No comments:
Post a Comment